Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

 Δώδεκα χρόνους μπυστικός,και δεκατρείς τζομπάνος ποτέ μου δεν εκάλιασε τα πρόβατα να χάσω και τώρα πώς μου γίνηκε ο δόλιος να τα χάσω...;

Σηκώνομαι πρωί πρωί μαύρος από τον ύπνο, βρίσκω το γρέκι αδειανό κουδούνια δεν ακούω.

Την κλίτσα μου τότε ρωτώ την κλίτσα μου ρωτάω..."κλίτσα μην είδες πρόβατα κλίτσα μην είδες γίδια" κι κλίτσα δεν μ'απάντισε γιατί φωνή δεν έχει.

Περνώ τη στράτα το στρατί περνώ το μονοπάτι και γερό λύκο απάντησα και τον καλό ρωτάω 

"Λύκε μην είδες πρόβατα λύκε μην είδες γίδια"

Κι ο λύκος μ' αποκρίθηκε και τάμα μου γυρεύει.

-"το τι είν' τα συχαρήκια μου να σου τα μαρτυρήσω"

-"κατσίκι είν' το γιώμα σου, αρνί το δειλινό σου το βράδυ το κοντόβραδο μια στέρφα προβατίνα".

-"Βλέπεις εκείνο το βουνό το δώθε και το κείθε ; Στο δώθε είναι τα πρόβατα στο κείθε είν' τα γίδια, πήγα να κλέψω λάγιο αρνί και τρυφερό κριάρι με έπιασε η σκύλα η κουντουρή με δεκαοκτώ κουτάβια"

 Πήγα και τότε τά 'μασα και στο μαντρί τα πάω και ο λύκος μ'αποκρίθηκε το τάμα του γυρεύει. Κι η σκύλα  τον κυνήγησε με δεκαοκτώ κουτάβια.


Ποίημα σε μαθητή (πατέρας μου) του δημοτικού στο Θύρρειο λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία λόγω γερμανικής κατοχής, δεν το έχω ακούσει από αλλού δεν το βρήκα όσο και αν έψαξα αλλού και θεώρησα σωστό να το σώσω.


Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Οδυσσέας Ελύτης

Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας.

Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.

Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του.

Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.

Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ' αντικείμενα σ' όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία.

Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο».

Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση.

Οχι ν' αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι».

Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.

Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο.

Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.

Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ' αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.

Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν' αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ' αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.

Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ' αυτή τη γη.

Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ' αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους.

Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.

Πως να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ' ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν' ανακράξει: Wozu Dichter in durftiger Zeit!

Οι καιροί φευ εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πως αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ' άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο.

Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ' αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ' εξέθρεψε, μ' εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.

Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.

Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.

Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε -προτού υπάρξει ο Mallarme στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον T.S. Eliot έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων.

Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Αγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ' αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν' αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Ελληνα». Δεν μιλώ για επιτυχίες μιλώ για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας.

Πώς όμως ν' αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πως να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το 20 ή έστω το 30% που απομένει ύστερα από την μεταγλώτισση. Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι. Πάσχουμε από την έλλειψη μιας κοινής γλώσσας. Και ο αντίκτυπος απ' αυτή την έλλειψη -αν ανεβούμε την κλίμακα- σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης.

Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ' ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Οταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.

Για τον ποιητη - μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια.

Ομως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα. Ολες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής. Ολοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Ομηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Rimbaud την αναφέρει σαν mer melee au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ενα κορίτσι που κρατάει ένα κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ' έναν πίνακα του Matisse και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας.

Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μία παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ. Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκώσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν. Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους αρχαίους και μια άλλη από τους μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του.

Μπορεί η ποίηση ν' ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μες απ' τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί επάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει.

Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας.

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΤΟΥΣ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ ΜΟΥ

Αναρωτιέμαι μερικές φορές, πόσα πράγματα θεωρούμε δεδομένα στη ζωή μας. Μεγαλώνουμε –λιγάκι εγωιστικά καμιά φορά– και δεν υπολογίζουμε κάποια πράγματα. Όπως, για παράδειγμα, ότι οι γονείς μας δε θα είναι πάντοτε στο πλάι μας. Ο χρόνος κυλάει σαν νερό και μερικές φορές δεν καταφέρνουμε να παρατηρήσουμε τις αλλαγές που σημειώνονται γύρω μας. Συνηθίζουμε να μετράμε το χρόνο που περνάει με τις αγάπες που έρχονται και φεύγουν από τη ζωή μας, σαν τρένα κι εμείς πάντα ο σταθμός. Καμιά φορά η αφετηρία, καμιά φορά ο τερματικός και πού και πού απλά μια ενδιάμεση στάση. Άλλοτε μετράμε το χρόνο σε σχέση με τις σπουδές μας, το στρατό, τις δουλειές που αλλάζουμε, τα ταξίδια που έγιναν ή όσα θέλουμε ακόμα να κάνουμε. Εκείνο, όμως, που παραμένει πάντοτε ένα σταθερό σημείο αναφοράς είναι οι γονείς μας. Όπως ένας φάρος στέκει αγέρωχος και φωτίζει το δρόμο στα πλοία, έτσι κι οι γονείς αποτελούν ένα σημείο στον αχανή ορίζοντα και στην τρικυμία, που ξέρεις ότι θα ‘ναι πάντα εκεί. Μια ύπαρξη αιώνια και διαχρονική που υπήρχε πριν από εσένα και που θα εξακολουθεί να υφίσταται σε κάθε παράλληλο σύμπαν και χωροχρόνο. Λάθος. Όσο είμαστε νέοι, νομίζουμε πως ο χρόνος θα ‘ναι πάντοτε με το μέρος μας. Αυτή είναι κιόλας η αφέλεια της νεότητας, αλλά και η υπεροπτική υπεροχή της. Ο χρόνος θα ‘ναι πάντοτε ένα μέσο που νομίζουμε πως έχουμε τη δύναμη να το διαστρεβλώσουμε. Να το κάμψουμε και να το διαμορφώσουμε υπέρ μας. Νομίζουμε πως μπορούμε να το νικήσουμε. Ο χρόνος, όμως, περνάει αδυσώπητα γρήγορα γι’ όλους μας και πιο πολύ, ενδεχομένως, για εκείνους που θεωρούμε μια αξία τόσο δεδομένη και σταθερή στη ζωή μας, που δεν αντιλαμβανόμαστε πως ξαφνικά ένα πρωί, ίσως και να μην είναι πια κοντά μας. Οι γονείς, λοιπόν, μοιραία, όπως όλοι, μεγαλώνουν. Ο μπαμπάς δεν είναι πλέον ο σούπερ ήρωας που τα ξέρει και τα προλαβαίνει όλα. Η μαμά δεν είναι η παντοδύναμη και αεικίνητη φιγούρα που λύνει κάθε μας πρόβλημα και καταλαβαίνει κάθε μας σκέψη, χωρίς καν να την ξεστομίσουμε. Το συνειδητοποιείς, τελικά, βίαια μια μέρα και ταρακουνιέται συθέμελα το οικοδόμημα της ζωής σου, καθώς αντιλαμβάνεσαι πως αυτοί οι άνθρωποι δε θα ‘ναι δίπλα σου για πάντα. Πως κι εσύ, ακόμα, δεν πρόκειται να ζήσεις για πάντα. Και ότι όλα αυτά μπορεί και να συμβούν εκεί που δεν το περιμένεις. Ξαφνικά, αρχίζεις να παρατηρείς πράγματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τα ‘χες συνειδητοποιήσει. Ή δεν ήθελες να τα δεις. Σου φαίνεται πως τα μαλλιά τους είναι πιο γκρι ή πιο λευκά, απ’ όσο τα θυμόσουν. Πως καμιά φορά, όταν περπατάτε μαζί, χρειάζεται να κόψεις λίγο ταχύτητα για να σε προλάβουν. Βλέπεις πως όταν χαμογελάνε, οι ρυτίδες τους είναι λίγο περισσότερες απ’ όσες θυμόσουν την τελευταία φορά που πραγματικά τους κοίταξες στα μάτια. Ακούς με λίγο μεγαλύτερη προσοχή τι σου λένε κι αντιλαμβάνεσαι, πως όσα εσένα σου ακούγονται ως φλυαρίες, στην πραγματικότητα αποτελούν μία ανάγκη για επικοινωνία, η οποία καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Μια λαχτάρα, τόσο ειλικρινής που είναι αφοπλιστική σχεδόν. Κι έπειτα, είναι κι εκείνη η βασανιστική αγωνία να ‘χουν ξεμπερδέψει με οποιαδήποτε εκκρεμότητα για να μην αφήσουν στα παιδιά τους τίποτε που να τα ταλαιπωρήσει, έστω και στο ελάχιστο. Να παραδώσουν έτοιμο το βασίλειο που έχτιζαν τόσα χρόνια. Να ‘ναι όλα καλογυαλισμένα και το κάθε τι στη θέση του. Να ‘χουν προβλέψει –πόσο άραγε είναι αυτό εφικτό, Θεέ μου– τα πάντα. Μα εγώ το μόνο που θέλω να τους φωνάξω, είναι πως δε με νοιάζει τίποτε απ’ όλα αυτά. Δε μ’ αφορά. Θέλω μόνο να ξέρω πως εκείνη η αγκαλιά και εκείνο το φιλί που γιάτρευε τα πάντα, δε θα μ’ εγκαταλείψουν ποτέ. Πόσο πιο απλά ήταν όλα όταν ήμασταν παιδιά; Τότε που απλά μια κουβέντα κι ένα βλέμμα ήταν αρκετά για να σε καθησυχάσουν. Για να ξέρεις ότι η Γη γυρίζει και ο μικρόκοσμός σου ήταν ασφαλής. Πόσο πιο περίπλοκα έγιναν ξαφνικά όλα; Γιατί μπερδεύτηκαν έτσι; Τώρα είσαι εσύ αυτός που αναλαμβάνει να τους διαβεβαιώσει, πως όλα θα πάνε καλά. Περιμένουν από εσένα μια καλή κουβέντα κι ένα χάδι. Αντιστρέφονται οι ρόλοι και γίνεσαι εσύ ο σούπερ ήρωας που θα σώσει τον κόσμο. Εκείνο το μικρόκοσμο που κάποτε μεγάλωσες κι έγινες αυτός ο εξαίρετος νέος που σήμερα καμαρώνουν για σένα σε συγγενείς και φίλους, για το πόσο καλά τα κατάφερες, το πόσο καλό παιδί εξελίχθηκες, να ‘χεις και μια καλή τύχη κι όλα τέλεια. Ποιος θα υπάρξει άλλος ο μεγαλύτερος θαυμαστής σου κι ο πιο δίκαιος κριτής σου; Ο πιο καλός σύμβουλος και ο πιο πιστός φίλος; Καμιά φορά από το φόβο πως θα χάσουμε κάποιον, αντί να του δώσουμε περισσότερη προσοχή και σημασία, συμπεριφερόμαστε σαν να μη μας νοιάζει. Δε δείχνουμε την εκτίμησή μας κι όλα όσα αισθανόμαστε γι’ αυτόν στ’ αλήθεια. Κρύβουμε, ίσως, σ’ αυτή τη συμπεριφορά όσα μας πονάνε κι όσα φοβόμαστε. Όλα εκείνα που πεισματικά αρνούμαστε πως κάποια μέρα θα συμβούν. Διότι τα δεδομένα ανατρέπονται πάντοτε με μαθηματική ακρίβεια και ξεμένουμε στο τέλος με κάτι που είχε συμβολική αξία, αλλά χωρίς καμία χειροπιαστή απόδειξη για ανθρώπους που κάποτε υπήρξαν και διαδραμάτισαν έναν ρόλο καταλυτικό στη ζωή μας. Μερικές φωτογραφίες μόνο και σκόρπιες, θολές αναμνήσεις από κάτι παιδικά καλοκαίρια. Χρειάζεται αρκετός χρόνος μέχρι να μάθεις κάποιον καλά, αλλά αυτό που είναι σημαντικό είναι ν’ αφιερώσεις πραγματικά αυτό το χρόνο για να το κάνεις. Σήμερα, κιόλας. Ευλογία να μπορείς ν’ αγκαλιάσεις τους γονείς σου και να τους πεις «σ’ αγαπώ». Κάνε το τώρα. Και πες κι ένα μεγάλο «ευχαριστώ», γιατί μέχρι εδώ που έφτασε ο καθένας από μας, το κατάφερε με την αμέριστη υποστήριξή τους και την αγάπη τους.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Ο πολύτιμος χρόνος των ώριμων ανθρώπων Ένα απόσπασμα από έργο του Βραζιλιάνου ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφου... φωτογράφου και μουσικολόγου, Mario de Andrade (1893 – 1945). «Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ό,τι έχω ζήσει έως τώρα... Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση. Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά. Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους. Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους. Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο... μετά βίας για την επικεφαλίδα. Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται... Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα… Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση. Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους. Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους. Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους. Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια. Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή. Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων... Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή. Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει. Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απʼόσες έχω ήδη φάει. Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου. Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...»

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

ΜΙΚΗΣ ολο το εργο ζωη του του μεγαλου μας μουσουργου σε αυτο το link

http://www.spitha-kap.gr/el/mikis_theodorakis/music/

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Γιάννης Ρίτσος - H σονάτα του σεληνόφωτος

Γιάννης Ρίτσος - H σονάτα του σεληνόφωτος (Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.) Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι αϋλη, τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου, σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου). Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει – θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία – λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια. Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64 - κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 - κ’ οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα – ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα – έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; - έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων – και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα) μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια, στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα) - ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις, σου φθάνει ο θαυμασμός σου, - θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα, άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. – Όχι, δε φτάνει. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με, γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη ανένδοτη, μόνη και πάναγνη, ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη, γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού, στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια. Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου. Πρέπει πάντα να προσέχεις, να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε. Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις. Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει. Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του να απ’ τους νεκρούς του να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς, είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη, κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης, κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου. Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, - ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, - κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη, πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές, διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο. Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου; όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε, αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με την γριά βαριά του αρκούδα με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας – κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για που και γιατί – έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου- την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της. Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της, χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών, τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες, φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου – δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα, δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια – ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες, τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς; Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη, κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου. Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε. Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα; Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου, τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω – κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα, είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε, ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, - ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι, ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε; Βαθύ βαθύ το πέσιμο, βαθύ βαθύ το ανέβασμα, το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του, βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, - τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα, ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα, εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες. Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο πού κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; - αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου, χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; - Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. «Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι – την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,- ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματά σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα. (Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.) Ζωγράφισε με κιμωλία στον τοίχο ο Ήχος Πλάγιος. Μόνος... ενώ το παλιό εκκρεμές στον τοίχο έδειχνε : 5:59 μ.μ. Labels: Γιάννης Ρίτσος

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Μπέρτολτ Μπρέχτ Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου Αυτοί που βρίσκονται ψηλά Θεωρούνε ταπεινό Να μιλάς για το φαΐ Ο λόγος; Έχουνε κι όλας φάει Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο Χωρίς να’χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής Πώς ν’αναρωτηθούν πού’θε έρχονται Και πού πηγαίνουν Είναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοι Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα Δεν τά’χουν ακόμα δει Όταν σημαίνει η ώρα τους Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί Γι’αυτό που είναι ταπεινό Ποτέ δε θα υψωθούν Το ημερολόγιο Δεν δείχνει ακόμα την ημέρα Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες Είναι ανοιχτές Κάποια απ’ αυτές θα σφραγιστεί Μ’ έναν σταυρό Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές Οι άνεργοι πεινούσαν Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι Κηρύχνουν τη λιτότητα Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα Ζητάνε θυσίες Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο Λες πως είναι τέχνη να κυβερνάς το λαό Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε Πόλεμος και ειρήνη Είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους Μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους καθώς ο γιος από την μάνα έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά ο πόλεμός τους σκοτώνει ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους Όταν αυτοί που είναι ψηλά Μιλάνε για ειρήνη Ο απλός λαός ξέρει Πως έρχεται ο πόλεμος Όταν αυτοί που είναι ψηλά Καταριούνται τον πόλεμο Διαταγές για επιστράτευση Έχουν υπογραφεί Στον τοίχο με κιμωλία γραμμένο Θέλουνε πόλεμο Αυτός που το’χε γράψει Έπεσε κι όλας Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε Να ο δρόμος για τη δόξα Αυτοί που είναι χαμηλά Να ο δρόμος για το μνήμα Τούτος ο πόλεμος που έρχεται Δεν είναι ο πρώτος Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμος Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος Υπήρχαν νικητές και νικημένοι Στους νικημένους ο φτωχός λαός Πέθαινε απ’ την πείνα Τους νικητές ο φτωχός λαός Πέθαινε το ίδιο Σαν θα’ρθει η ώρα της πορείας Πολλοί δεν ξέρουν Πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους Η φωνή που διαταγές τους δίνει Είναι του εχθρού τους η φωνή Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει Είναι ο ίδιος τους ο εχθρός Νύχτα Τ’ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά Στρατηγέ το τανκς σου Είναι δυνατό μηχάνημα Θερίζει δάση ολόκληρα Κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει Μόνο που έχει ένα ελάττωμα χρειάζεται οδηγό Στρατηγέ το βομβαρδιστικό Είναι πολυδύναμο Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο Κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ Μόνο που έχει ένα ελάττωμα χρειάζεται πιλότο Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ Ξέρει να πετάει Ξέρει και να σκοτώνει Μόνο που έχει ένα ελάττωμα ξέρει να σκέφτεται Μπέρτολτ Μπρέχτ