Δώδεκα χρόνους μπυστικός,και δεκατρείς τζομπάνος ποτέ μου δεν εκάλιασε τα πρόβατα να χάσω και τώρα πώς μου γίνηκε ο δόλιος να τα χάσω...;
Σηκώνομαι πρωί πρωί μαύρος από τον ύπνο, βρίσκω το γρέκι αδειανό κουδούνια δεν ακούω.
Την κλίτσα μου τότε ρωτώ την κλίτσα μου ρωτάω..."κλίτσα μην είδες πρόβατα κλίτσα μην είδες γίδια" κι κλίτσα δεν μ'απάντισε γιατί φωνή δεν έχει.
Περνώ τη στράτα το στρατί περνώ το μονοπάτι και γερό λύκο απάντησα και τον καλό ρωτάω
"Λύκε μην είδες πρόβατα λύκε μην είδες γίδια"
Κι ο λύκος μ' αποκρίθηκε και τάμα μου γυρεύει.
-"το τι είν' τα συχαρήκια μου να σου τα μαρτυρήσω"
-"κατσίκι είν' το γιώμα σου, αρνί το δειλινό σου το βράδυ το κοντόβραδο μια στέρφα προβατίνα".
-"Βλέπεις εκείνο το βουνό το δώθε και το κείθε ; Στο δώθε είναι τα πρόβατα στο κείθε είν' τα γίδια, πήγα να κλέψω λάγιο αρνί και τρυφερό κριάρι με έπιασε η σκύλα η κουντουρή με δεκαοκτώ κουτάβια"
Πήγα και τότε τά 'μασα και στο μαντρί τα πάω και ο λύκος μ'αποκρίθηκε το τάμα του γυρεύει. Κι η σκύλα τον κυνήγησε με δεκαοκτώ κουτάβια.
Ποίημα σε μαθητή (πατέρας μου) του δημοτικού στο Θύρρειο λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία λόγω γερμανικής κατοχής, δεν το έχω ακούσει από αλλού δεν το βρήκα όσο και αν έψαξα αλλού και θεώρησα σωστό να το σώσω.
