Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Ανδρέας Κάλβος - Ωδή Τετάρτη.

.

Ανδρέας Κάλβος - Ωδή Τετάρτη.

Εις τον Ιερόν Λόχον

α΄.
Ας μη βρέξη ποτέ
το σύννεφον, και ο άνεμος
σκληρός ας μη σκορπίση
το χώμα το μακάριον
'πού σας σκεπάζει.

β΄.
Ας το δροσίση πάντοτε
με' τ' αργυρά της δάκρυα
η ροδόπεπλος κόρη·
και αυτού ας ξεφυτρώνουν
αιώνια τ' άνθη.

γ΄.
Ω γνήσια της Eλλάδος
τέκνα· ψυχαί 'πού επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Hρώων,
καύχημα νέον·

δ΄.
Σας άρπαξεν η τύχη
την νικητήριον δάφνην,
και από μυρτιάν σάς έπλεξε
και πένθιμον κυπάρισσον
στέφανον άλλον.

ε΄.
Αλλ' αν τις απεθάνη
δια την πατρίδα, η μύρτος
είναι φύλλον ατίμητον,
και καλά τα κλαδιά
της κυπαρίσσου.

ς΄.
Αφ' ου εις του πρώτου ανθρώπου
τους οφθαλμούς, η πρόνοος
φύσις τον φόβον έχυσε,
και τας χρυσάς ελπίδας,
και την ημέραν·

ζ΄.
Eπί το μέγα πρόσωπον
της γης πολυβοτάνου,
ευθύς το ουράνιον βλέμμα
βαθυσκαφή εφανέρωσε
μνήματα μύρια.

η΄.
Πολλά μεν σκοτεινά·
φέγγει επ' ολίγα τ' άστρον
το της αθανασίας·
την εκλογήν ελεύθερον
δίδει το θείον.

θ΄.
Έλληνες, της πατρίδος
και των προγόνων άξιοι·
Έλληνες σεις, πώς ήθελεν
από σας προκριθείν
άδοξος τάφος;

ι΄.
O Γέρων φθονερός,
και των έργων εχθρός,
και πάσης μνήμης, έρχεται·
περιτρέχει την θάλασσαν
και την γην όλην·

ια΄.
Από την στάμναν χύνει
τα ρεύματα της λήθης,
και τα πάντα αφανίζει.
Xάνονται η πόλεις, χάνονται
βασίλεια, κ' έθνη·

ιβ΄.
Αλλ' ότε πλησιάσει
την γην οπού σας έχει,
θέλει αλλάξειν τον δρόμον του
ο Xρόνος, το θαυμάσιον
χώμα σεβάζων.

ιγ΄.
Αυτού αφ' ου την αρχαίαν
πορφυρίδα, και σκήπτρον,
δώσωμεν της Eλλάδος,
θέλει φέρειν τα τέκνα της
πάσα μητέρα.

ιδ΄.
Kαι δακρυχέουσα θέλει
την ιεράν φιλήσειν
κόνιν, και ειπείν· Tον ένδοξον
λόχον, τέκνα, μιμήσατε,
λόχον Hρώων.

.
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ - "ΤΑ ΠΑΘΗ"
........
Της Δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ
και μυρσίνη συ δοξαστική
μην παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια
της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
στον αιθέρα στέκει να
και στη θάλασσα μόνη της!

Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός
και δικού της μήτε αγάπη μια
μόνο πένθος αχ παντού
και το φως ανελέητο!

Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ' τον Καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ' αίματα!

Μα 'χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί
κι οι φοβέρες αχ λατομηθεί
και στον έναν ο άλλος μπαίνουν
εναντίον οι άνεμοι!

Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη συ δοξαστική
μην παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!

Οδυσσεας Ελύτης